0
0,00
0 items

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.

ΚΕΙΜΕΝΑ

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΡΟΓΚΑΣ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Η κορομηλιά

Η κορομηλιά είναι συνήθως ένα μικρό δεντράκι «της φτωχιάς αυλής», στεφανωμένο, θα ‘λεγε κανείς, από αύρα ανεξήγητης μοναξιάς. Δεν αποκλείεται η ιδιαίτερη αγάπη μου γι’ αυτό το δέντρο και τους καρπούς του να προέρχεται από τη λατρεμένη μου γιαγιά Εριφύλη, που το ξεχώριζε με στοργή. Είχε έρθει στην Αθήνα μαζί με τον παππού μου και τα δύο παιδιά τους το 1914 από την Προύσα. Στο μικρό οικόπεδο που αγόρασαν, δεν ξέρω πώς, για να στεγάσουν την ξενιτιά τους, η γιαγιά φρόντισε να φυτέψει και μια κορομηλιά να της θυμίζει την πατρίδα. Εγώ μεγάλωσα στην αυλή της γνωρίζοντας ότι είχε ξαναφυτέψει όλο τον παλιό της κήπο: μουριά, τζιτζιφιά, κυδωνιά, ροδιά, συκιά και μυγδαλιά. Θυμάμαι ακόμα τις θέσεις που είχαν τα δέντρα αυτά, μαζί με ένα περίεργο δεντράκι που, όπως έμαθα αργότερα, ήταν άγρια φιστικιά. Όλα φτωχά και ταπεινά, όπως και τα λουλούδια της, οι άσπρες μαργαρίτες, οι βιολέτες για την μεγάλη Παρασκευή και τα γαρύφαλλα, αλλά όχι τριαντάφυλλα. Η πολύτιμη ανάμνηση της ζωής της με συνοδεύει πάντοτε με βαθιά συγκίνηση. Αντι- προσώπευε αυτό που λέμε αορίστως «καημό της ρωμιοσύνης», «θησαυρό της ζωής αδαπάνητο» ή «μυρίπνοον άνθος του παραδείσου», όπως έλεγε ο Τσαρούχης. Ήταν φυσικό, λοιπόν, το εξοχικό μου σπίτι στον Κουβαρά να έχει μόνο τέτοια δέντρα. Εκεί τις τζιτζιφιές δεν τις γνώριζαν, αλλά εγώ φύτεψα αρκετές. Με τις κορομηλιές, όμως, βρήκα πολλές δυσκολίες γιατί τον πρώτο καιρό μού βγαίνανε βερικοκιές ή δαμασκηνιές. Ο λόγος ήταν ότι στα φυτώρια τις μπερδέυανε ή και δεν τις είχαν καθόλου, επειδή το είδος ήταν στο περιθώριο της «αγοράς». Δεν είναι τυχαίο που οι καρποί της κορομηλιάς μένουν συνήθως πάνω στο δέντρο «προσφορά» στα πουλιά. Εγώ συνήθιζα από παλιά να φυτεύω στις γλάστρες της μητέρας μου τα κουκούτσια απ’ τα κορόμηλα που έτρωγα στο σπίτι της. Τον άλλο χρόνο έβγαιναν μικρά κλωναράκια σαν θαύμα αθανασίας. Έτσι, όσα μεγάλωναν τα φύτευα στον Κουβαρά, αλλά και αυτά πάλι δύσκολα πρόκοβαν. Τώρα έχω μόνο μια κορομηλιά από αυτές η οποία μεγαλώνει πολύ αργά κάθε χρόνο. Έχει παραμείνει μικρή, αλλά στην αρχή του καλοκαιριού, γεμίζει με μικρούς καρπούς, έντονα κόκκινους και με λίγο πράσινο ανοιχτό. Το κόκκινο είναι ίδιο με εκείνο που έχουν συνήθως οι βυζαντινές εικόνες, όταν περιέχουν και καρμίνι. Έχω μάθει να παρατηρώ τις κορομηλιές και να τις ξεχωρίζω από την παιδική μου ηλικία. Θυμάμαι σε ένα ξέφωτο, πάνω στην Πάρνηθα – σε σχολική εκδρομή, εδώ και περισσότερο από εξήντα χρόνια – μια κορομηλιά στολισμένη με κόκκινους καρπούς λάμποντας απροσδόκητα στην ερημιά του τοπίου. Ξέρω ακόμα σε ποια χωριουδάκια της Θεσπρωτίας υπάρχουν κορομηλιές ή στο Νυμφαίο της Μακεδονίας, ανεβαίνοντας για την πλατεία δεξιά σε ένα έρημο σπίτι. Στα Καλύβια της Αττικής, πάλι σε έρημες αυλές, πάμφορτες από καρπούς που μένουν πάνω τους σαν στολίδια, μέχρι να τα ρημάξει ο καιρός, σημαδεμένες από «όλα τα πετεινά τ’ουρανού». Η ταπεινή της μοίρα είναι όμοια με της μουριάς, της τζιτζιφιάς, της αγριοαχλαδιάς των βουνών, της χαρουπιάς. Εμένα πάντως, η απροσδιόριστη γεύση της κορομηλιάς με τις άπειρες αποχρώσεις της με γοητεύει. Παρά τις διακυμάνσεις της από το ξινό στο γλυκόξινο ή στο γλυκύτατο και ανεξάρτητα από τον βαθμό της ωριμάνσεώς της, την καθορίζουν ακόμα η καταγωγή της, η ράτσα της, τα ξερά ή τα υγρά εδάφη που την τρέφουν και ποιος ξέρει πόσοι και ποιοι άλλοι παράγοντες συντελούν στο θαύμα της καρποφορίας της. Ανθισμένη, με καρπούς ή έρημη, είναι πάντοτε ο ψιθυριστός λόγος του μεγάλου μυστικού. Πρέπει ν’ αφουγκραστείς τους ένθεους ήχους μέσα από τη σιωπή του κόσμου της. Και νομίζω ότι οι ποιητές κατεξοχήν ασκούνται με αυτό, γι’ αυτό μαθαίνουμε από αυτούς μυστικά. Στα πρώτα μου διαβάσματα την δεκαετία του ‘50, η ποίηση ήταν για εμένα μια διαρκής έκπληξη, μια αποκάλυψη, αφού μπορούσε να μου φανερώνει πτυχές ενός αθέατου μέχρι τότε κόσμου. Διαπίστωσα ακόμα τον μαγικό της τρόπο να συμπυκνώνει άγνωστα αισθήματα πλαισιωμένα από πλήθος παραπομπών σε ξεχασμένους καιρούς, ζωντανεύοντας ή φανερώνοντας περιοχές που ωστόσο κατοικούσαν μέσα μου και δεν το γνώριζα. Θέλοντας, λοιπόν, να συμπληρώσω με στίχους όσα δε μπόρεσα να γράψω εγώ για την κορομηλιά θυμήθηκα ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου στην πρώτη του συλλογή με τίτλο « Χωματόδρομος» του 1954. Ξαναδιαβάζοντάς το χάρηκα και θαύμασα πώς χωράνε τόσα πράγματα σε ένα ποίημα. Ο Πατρίκιος, βέβαια, είναι σπουδαίος ποιητής και ίσως μόνον αυτοί οι ποιητές έχουν ένα τέτοιο θείο χάρισμα. Παραθέτω λοιπόν χωρίς την άδεια του, το πρώτο και το τελευταίο μέρος αυτού του τρυφερού ποιήματος:« Δεν τη σκεφτήκαμε ποτέ εκείνη τη μικρή κορομηλιά. Ακλάδευτη έμεινε κι απότιστη, πέτρωσε το χώμα γύρω της – μικρή κορομηλιά ακλάδευτη κι απότιστη σε ξεχάσαμε » …………………………………………………« Μα πώς μπορεί το κλαρί αυτό να βγάζει φύλλα; Πώς μπορεί ο αγέρας ν’ αρχίσει πάλι να θροΐζει εδώ; Κορομηλιά μου καταπράσινηπώς μπόρεσες; »Σωτήρης Σόρογκας

Άγιο Όρος

Σημειώσεις για το Άγιο Όρος

Στους Αγιορείτες Μοναχούς
Μωυσή και Συμεών
με βαθύτατο σεβασμό και αγάπη.

Πως να μην αισθάνεται κανείς αμήχανος όταν θελήσει να πει κι αυτός κάτι για το Άγιον Όρος , τον έμφορτο τόπο της αγιοσύνης , των ύμνων και των νοηματοδοτήσεων μιας άλλης διαστάσεως της ζωής , από αγιασμένους ανθρώπους που συνεχίζουν και στις μέρες μας να τροφοδοτούν αυτή τη Κιβωτό της Ορθοδοξίας.
Διότι η Ορθοδοξία είναι συνώνυμη και ταυτισμένη με ολόκληρη τη μακραίωνη ελληνική παράδοση και η οποία παραμένει ενιαία και ζωντανή στην πολυμορφία των αλλαγών της μέχρι και σήμερα.
Το Άγιον Όρος διαφυλάττοντας και τροφοδοτώντας συν τοις άλλοις , πάνω από χίλια χρόνια την χρυσοφόρο αυτήν πνευματική παράδοση , έγινε μέσω της πίστεως που συνέχει την Ορθοδοξία , και οδός λυτρώσεως στους καιρούς της δουλείας του Έθνους , όπου απώλειες και δοκιμασίες στην επώδυνη πορεία μεταμορφώθηκαν χάριν αυτής της πίστεως σε καρτερία και σωτήρια ελπίδα. Διότι «μέσα στην εκκλησία αποδεικνύεται ότι όταν χάνεις κάτι σημαντικό που σε πονά , σου προσφέρεται (αν φανείς άξιος της δοκιμασίας) κάτι πιο πολύτιμο , πνευματικό και ακατάλυτο, που δεν θα το κέρδιζες χωρίς την προηγηθείσα απώλεια». Βασίλειος Ιβηρίτης.
Γι’ αυτό και σήμερα το Άγιον Όρος σαν ζωντανή παρουσία και μνήμη ολόκληρου του Ελληνισμού , καθίσταται πολύτιμος αρωγός , ελπίδα και πίστη ζωογόνος , διαχέοντας την παρουσία του στη σκοτεινιά των ημερών μας.
Είχα κι εγώ την ευτυχία να επισκεφτώ το Άγιον Όρος στα μέσα περίπου της δεκαετίας του 1980 με τους φίλους μου Στέλιο Ράμφο και Χρήστο Μασσέλο.
Ο Ράμφος ήταν μέγας γνώστης των Πατερικών κειμένων , αυθεντία σε ότι αφορούσε την Ορθοδοξία και φίλος με πολλούς Αγιορείτες . Τον ζήλευα και τον θαύμαζα για την αμετακίνητη πίστη του. Μάλιστα σ’ ένα σημείο της διαδρομής μας προς την Ι.Μ. Βατοπεδίου και ίσως χάριν της εξαιρετικής ωραιότητος του τοπίου εξέφρασα την οδύνη μου για την αναπότρεπτη έλευση του θανάτου. «Μα , η ζωή συνεχίζεται και πέραν αυτού του κόσμου» μου είπε με απόλυτη βεβαιότητα , γεγονός που με άφησε άφωνο. Ήταν η εποχή που διατηρούσα ακόμα τα ακραία « προοδευτικά μου ιδεολογήματα σαν γνήσιος αριστερός της σειράς. Τότε συνειδητοποίησα την λυτρωτική σημασία της πίστεως και πόσο η ζωή εκείνων που βιώνουν τον θάνατο ως εκμηδένιση , όπως κι εγώ , υπονομεύεται απ’ την αγωνιώδη αυτήν διαπίστωση.

«Όλα τ΄αλέθουν οι μυλόπετρες
Και γίνονται άστρα.

Παραμονή της μακρύτερης μέρας».

Όπως θα έλεγε ο Σεφέρης.
Μήπως και ολόκληρη η ποίηση με την πολυμορφία των εκφάνσεών της , δεν σηματοδοτεί αυτό το πένθος;
– Αντίθετα , έξοχα κείμενα έως μαγικά στις άβατες και αινιγματικές για μένα-δίχως τη συνοδεία της πίστεως-διατυπώσεις τους, με βρίσκουν απλώς να τα θαυμάζω για τη γνήσια πνευματικότητά τους χωρίς ωστόσο να καταφέρνω να εισχωρήσω εντός τους. Θα αναφερθώ σ΄ ένα τέτοιο θαυμαστό κείμενο του Αρχιμανδρίτου Βασιλείου για τον Γιάννη Τσαρούχη στην τελευταία ίσως επίσκεψη του στο Άγιον Όρος .
«Η δύσις του ηλίου λέγεται –νομίζω μόνο στα ελληνικά- και βιώνεται ως Βασίλεμα.
Ο ήλιος βασιλεύει όχι όταν μεσουρανεί , αλλά όταν δύει και σβήνει. Και ο αληθινός άνθρωπος βρίσκει τη δύση και το τέλος ως βασίλεμα , ανατολή, νέου φωτός και άκτιστου φέγγους», «επειδή ο άνθρωπος ζητά το πολύ φως και η Εκκλησία το ξέρει, γι’αυτό δεν τελειώνει ο Προοιμιακός με το κτιστό φως της δημιουργίας, αλλά με αυτό που για την κοινή λογική και αίσθηση λέγεται και φαίνεται σκότος , επειδή είναι πλησμονή ακτίστου και αδύτου Φωτοχυσίας».
Είναι πράγματι θείας προελεύσεως αυτή η “ πλησμονή ακτίστου και αδύτου φωτοχυσίας.» Μόνο που η αποκάλυψη της σωτηρίας οδού προϋποθέτει την πίστη , υπέρβαση δηλαδή μιας εγγενούς σε πολλούς , εσωτερικής αντιστάσεως ή ενός δυσεύρετου ανοίγματος ψυχής, το οποίο όλοι γυρεύουμε με πάθος , έως τα δυσμάς του βίου μας ανεπιτυχώς.
Δικαίως λοιπόν είναι ευλογημένοι οι πιστεύοντες.
Και το Άγιον Όρος , όπως γράφει ο αγιορείτης μοναχός Μωυσής «Είναι το μέρος που ο θάνατος αναμένεται αίσια.»
Στο Άγιον Όρος πιστεύω ότι γίνεται αμέσως αισθητή στον καθέναν –πέρα από την ωραιότητα της φύσεως και των κτισμάτων- σε όποιο σημείο του κι αν βρεθείς , η άυλη παρουσία ,μιας παράλληλης ζωής που σε συντροφεύει εν σιωπή και, προσπαθώντας να αφουγκραστείς κάποιον ένθεο ήχο της ή να διακρίνεις το νεφέλωμα μιας μορφής της , η συνήθης συμπεριφορά σου, γίνεται όμοια μ΄εκείνη καθώς εισέρχεσαι σε Ιερό Ναό. Θέλω να πω ότι η ιερότης του χώρου είναι διάχυτη , όχι μόνον σε ότι φαίνεται αλλά κυρίως σε ότι δεν φαίνεται. Ήδη απ΄το λιμανάκι της Δάφνης , ό, τι έβλεπα , με εξέπληττε. Οι ερημίτες μοναχοί ήταν όμοιοι κατά βάση, κάτω απ΄τη σκέπη της πίστεώς τους , αλλά ταυτοχρόνως και ριζικά διαφορετικοί, όπως είναι όλοι οι άνθρωποι. Ο Γέροντας που ήρθε απ΄ την Αγία Άννα μ΄ένα τσουβαλάκι για να πάρει κολοκυθάκια από τον μοναχό Νικήτα που τα φρόντιζε ή ο μοναχός απ΄την Ι.Μ Εσφιγμένου που ζήτησε επιτακτικά να του δώσω το φιλμ γιατί δεν ήθελε να τον δουν στο χωριό του , που ήταν «άρχοντας» , να κουβαλάει βαρέλια, και ο οποίος βλέποντας την δική μου κατανόηση , μεταμεληθείς, δεν θέλησε τελικά να βγάλω το φιλμ απ ΄την μηχανή.
Άλλοι επίσης , σχεδόν άγιοι σαν τον πατέρα Παϊσιο ή τον καθηγούμενο τότε της Ι.Μ Σταυρονικήτα , Βασίλειο, τον μοναχό Συμεών βιβλιοθηκάριο της ίδιας Ι.Μονής ή τον μοναχό Μωυσή στο Καλύβι του στον Άγιο Παντελεήμονα της Ι.Μ. Κουτλουμουσίου , με τις ωραίες αγιογραφίες του και τα σεμνά του βιβλία.
Στις ολονύκτιες Ακολουθίες συντελείτο , χωρίς να καταλάβεις πώς , η μετάβαση σου στο άγνωστο , αλλά έμπλεο κατανύξεως και μυροφόρο «αλλού».
Στην αρχή παρακολουθούσα στο Καθολικό της Ι.Μ. Σταυρονικήτα , με τις θείες μορφές στις τοιχογραφίες και το τέμπλο του Θεοφάνη , την είσοδο των μοναχών , σκύβοντας όλοι να φιλήσουν την εικόνα του Αγίου Νικολάου με δέος και σεβασμό , σχεδόν στο ίδιο σημείο. Πρόσεξα ότι η πολύχρονη αυτή επανάληψη των ασπασμών είχε εξαφανίσει , όχι μόνο τα χρώματα και το χρυσό, αλλά και την προετοιμασία της εικόνας αφήνοντας να φανούν τα νεύρα του ξύλου. Σκέφτηκα ότι δεν αποκλείεται η συνεχής αυτή μετάγγιση λατρείας να φορτίζει την εικόνα με θαυματουργό δύναμη.
Βρισκόμουν για πρώτη φορά σε ολονυκτία και όλα μέσα μου και γύρω μου δημιουργούσαν ένα αίσθημα κατανύξεως , πρόσφορο σε μεταφυσικές μεταβάσεις, σ΄έναν χώρο ονείρου που ωστόσο διατηρούσε ταυτόχρονα και όλα τα γνωρίσματα της καθημερινής μου ζωής. Ο θεόπνευστος λειτουργικός Λόγος που εδέσποζε στο τελετουργικό , όπου άλλοτε κορυφωνόταν και άλλοτε ειρήνευε εκφερόμενος από τους ιερείς οι όποιοι με την συμβολική τους αμφίεση και τα ιερά σκεύη τους καθώς και η κίνησή τους από και προς το ιερό ή στο κέντρο του ναού , με τη μυστηριακή συμβολή της αλλαγής του φωτός απ΄τα κεράκια με τις «τρομώδεις μικρές φλόγες « όπως θα έλεγε ο ποιητής Καρούζος , καταυγάζοντας κατανυκτικά με φως, κλιμακωτά , απ΄την δοξαστική του λάμψη, παλινδρομώντας , στο τελετουργικό σκότος , τη συνοδεία ψαλμών ουρανίων.
Υπήρχε εντόνως ένα αδιάσπαστο όλον μιας ενότητος πλήρους συνεπείας. Ο θείος λειτουργικός Λόγος, η ποίηση των Ύμνων , η γνησίως πνευματοποιημένες και άσαρκες μορφές των εικονογραφήσεων με την αντιστροφή της «φυσικής τάξεως» σε ότι απεικονίζεται , το πανταχόθεν εκπηγάζον φως , και ο κρυμμένος πλούτος της κατανυκτικής μονωδίας , συνέτειναν στην είσοδό μου σ΄έναν χρόνο άχρονο ανέλπιστης και πρωτόγνωρης ιερότητος αφήνοντάς με συγκλονισμένο . Ίσως όλα αυτά να υπήρχαν βαθιά μέσα μου σε στρώματα του υποσυνείδητου και ζούσαν μυστικά σε κρύπτες με σκοτεινές μνήμες απ ΄την ζωή των γεννητόρων μου και κάποτε φωτιζόμενες αποκαλύπτουν εκδοχές μιας άγνωστης έως τότε ζωής μας η όποια ξαφνικά διεκδικεί κι αυτή την θέση της στον κόσμο του συνειδητού.
Οι λίγες μέρες που έζησα στο Άγιον Όρος στάθηκαν καθοριστικές για την μετέπειτα ζωή μου. Έκτοτε αναθεώρησα παγιωμένες αντιλήψεις οι οποίες μέσω μιας αδιόρατης δονήσεως μετακίνησαν σταδιακά το ιδεολογικό οικοδόμημα το οποίο μέχρι τότε φαινόταν ικανό να στεγάσει τον βίο μου.

Σ.Σόρογκας

1821

Σημειώσεις κι ερωτήματα για την εθνική εορτή του 1821

Έχω την αίσθηση ότι αυτόν τον καιρό υπάρχει στην ατμόσφαιρα μια ανησυχία ή καλύτερα μια αβεβαιότητα για το αύριο, παρά το διάλειμμα αισιοδοξίας και ανακουφίσεως που έφερε η απαλλαγή από την τετραετή λαίλαπα. Ίσως αυτό το αίσθημα της σημερινής ανασφάλειας να πηγάζει απ’ τον απροκάλυπτο και επαίσχυντο τουρκικό επεκτατισμό που μας συνοδεύει αιώνες τυραννικά, ως αναπότρεπτη «κακή μοίρα», με τη βαρβαρότητα, την κτηνωδία και τους εθισμούς του σε γενοκτονίες ή ακόμα απ’ την ανεξέλεγκτη και συνεχή εισροή μεταναστών, η οποία, εν είδει κεκαλυμμένων κατακτητικών αποβάσεων, στο όνομα ενός αόριστου αλλά κινδυνώδους ανθρωπισμού, θέτει σε κίνδυνο την επιβίωσή μας ως λαού ενώ ήδη έχει αλλοιώσει σε βασικούς τομείς την κοινωνική μας ζωή σε ό,τι τη συγκροτεί. Ίσως τέλος να απορρέει από την πολύχρονη και επώδυνη οικονομική κρίση, για το ξεπέρασμα της οποίας όμως πιστεύω ότι η παρούσα κυβέρνηση θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν.
Οι δυσοίωνες ωστόσο προοπτικές μας δεν σταματούν εδώ. Διαπιστώνει κανείς ότι η εκποίηση της πατρίδας συνεχίζεται τόσο στην υλική της υπόσταση, αφού σε ολόκληρη την Ελλάδα πωλείται οτιδήποτε στους ξένους, όσο και στο ιδεολογικό-φαντασιακό της επίπεδο, που βεβαίως συνυφαίνεται με το πρώτο, σε ποσοστά που αγγίζουν τα όρια αφομοίωσης από ένα ξένο σύστημα. Διαγράφεται εδώ ο κίνδυνος της εξαφανίσεώς της ως έθνους από τη δίνη μιας ομοιογενοποίησης, η οποία ακυρώνει τον ειδοποιό χαρακτήρα και την ιδιοπροσωπία της, αποκόπτοντας όσα στοιχεία τη συγκροτούν.
Η πρόσφατη εμπειρία από την αριστερή διακυβέρνηση έδειξε περίτρανα ότι το αριστερό όραμα, που έλαμπε κάποτε ελπιδοφόρο για εκατομμύρια ανθρώπους, μπορεί εύκολα να εκφυλιστεί σε αδίστακτο καθεστώς αμοραλισμού και ιδιοτέλειας. Αυτοί που θα έρχονταν ως λυτρωτές, ικανοί να πραγματοποιήσουν τις ελπίδες και τα οράματα για έναν δικαιότερο κόσμο, υποσχόμενοι ήθος, αποδείχτηκαν απελπιστικά ανεπαρκείς, μετατρέποντας αυτές τις ελπίδες σ’ έναν εκκωφαντικό, ανίερο ορυμαγδό ψευδών και απάτης. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους πολιτικούς, οι οποίοι οδήγησαν τη χώρα στο αδιέξοδο των τελευταίων χρόνων. Αναφέρομαι και σ’ εκείνους οι οποίοι, ταυτισμένοι πρωτίστως με την ιδεολογία της «αριστεράς και της προόδου», προωθούν επί χρόνια τις εθνομηδενιστικές τους θέσεις, οι οποίες υπονομεύουν ακόμη περισσότερο και πλήττουν τον ίδιο τον πυρήνα της εθνικής μας ταυτότητας.
Βλέποντας τα τελευταία χρόνια και ακούγοντας ή διαβάζοντας διαρκώς ανιστόρητους, αφελληνισμένους λόγους αισθάνομαι την ανάγκη να μιλάω χαμηλόφωνα, διαμαρτυρόμενος για την κατακλυσμιαία επικράτηση της αποκλειστικής τους ορθοκρισίας, η οποία ασκεί τρομοκρατία, αποκλείοντας κάθε άλλη φωνή ως αντιδραστική ή παρωχημένη, εθνικιστική ή ρατσιστική.
Αρκεί να κοιτάξουμε γύρω μας για να καταλάβουμε ότι η επικράτηση της λεγόμενης «προοδευτικής», «εκσυγχρονιστικής» ιδεολογίας είναι σχεδόν ολοκληρωτική. Ο τρόπος της να ερμηνεύει τον κόσμο είναι σήμερα κυρίαρχος και πανταχού παρών. Βασικοί όροι από το λεξιλόγιό της είναι πλέον κοινοί τόποι και γίνονται αποδεκτοί χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση: το αυτόνομο άτομο, ο άνθρωπος χωρίς φύλο, ο πολίτης του κόσμου χωρίς οικογένεια ή εθνική ταυτότητα ο άνθρωπος χωρίς θρησκεία ή θεό, χωρίς δεσμούς με πνευματικές παραδόσεις. Αυτές είναι οι «προοδευτικές» θέσεις, δυστυχώς όχι μόνο της κομματικής αριστεράς και των φορέων της, αλλά οι συναντώμενες σε κάθε κομματικό οργανισμό, κυρίως σε στρώματα «εκσυγχρονιστών» διανοουμένων, οι οποίοι διαθέτουν όλα τα μέσα για να τις προβάλλουν, αφού κατέχουν υψηλές θέσεις σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό, σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, στις τέχνες, στα γράμματα, στα πανίσχυρα μέσα ενημέρωσης. Είναι στον τόπο μας το σύγχρονο πνευματικό κατεστημένο.
Στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση ειδικά, όπου οι «προοδευτικές» ιδέες έχουν διεισδύσει τόσο βαθιά ώστε να καθορίζουν σχεδόν εξ ολοκλήρου το ιδεολογικό περιεχόμενο των σπουδών, ενδημεί πλήθος αρνητών αλλά και υπονομευτών της ελληνικής πνευματικής παραδόσεως. Μεγάλος αριθμός πανεπιστημιακών είναι στρατευμένος στην προσπάθεια ιδεολογικής απονομιμοποίησης εννοιών όπως πατρίδα, έθνος, θρησκευτική συνείδηση, ιστορική ή γλωσσική συνέχεια, εθνικά σύμβολα ή παράδοση, οι οποίες καταδικάζονται συλλήβδην ως έωλες και οπισθοδρομικές. Πολυάριθμα βιβλία γράφονται, με την επίκληση βαρύγδουπων μεταμοντέρνων φληναφημάτων, προκειμένου να «αποδειχθεί» ότι το ελληνικό έθνος είναι κατασκευή που μορφοποιήθηκε τον 19ο αιώνα, ή για να υποβαθμιστεί η σημασία ιστορικών γεγονότων όπως η μικρασιατική τραγωδία της Σμύρνης, οι ιδρυτικές αλήθειες της νεοελληνικής μας ταυτότητας, όπως ο χορός του Ζαλόγγου, το κρυφό σχολειό, ακόμη και η ίδια η επανάσταση του 1821, γίνονται αντικείμενο σαρωτικής «αποδόμησης». Ακόμα και ποιητές της γενιάς του ’30 χαρακτηρίζονται ως τοπικιστές, με το επιχείρημα ότι η διεκδίκηση της ελληνικότητας αποκόπτει τον ποιητικό τους λόγο από τις διεθνείς αναζητήσεις και τον υποβαθμίζει αμετάκλητα στην κατηγορία του στενού επαρχιωτισμού, λησμονώντας πως και τα δύο μας νόμπελ ανήκουν στη γενιά του ΄30.
Ανάλογη διάθεση αμφισβήτησης συναντάμε όχι μόνο στον χώρο της πανεπιστημιακής διανόησης, αλλά σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Νέα παιδιά λοιδορούν τη σημαία, τις εθνικές επετείους, την «ηλιόλουστη ορθοδοξία», όπως θα έλεγε ο ποιητής Ν. Καρούζος, την έννοια της πατρίδας.
Πού οφείλεται άραγε αυτό το μένος κατά των συμβόλων; Αν και έχει αριστερό και προοδευτικό πρόσημο, η αμφισβήτηση αυτή φαίνεται να προωθεί, ανεπίγνωστα ίσως, ορισμένες από τις βασικές αρχές του καπιταλισμού, κυρίως αυτές που συνδέονται με την παγκοσμιοποίηση. Η παγκοσμιοποίηση, αυτή η σύγχρονη ιμπεριαλιστική μέθοδος που αντικατέστησε την παλιά αποικιοκρατία, χρησιμοποιεί την ισχύ του μεγάλου κεφαλαίου για να διευρύνει τον επεκτατισμό από τα μεγάλα ελεγχόμενα κέντρα της προς τις επαρχίες του κόσμου. Κυρίως όμως, αποδομεί και καταλύει πολιτισμούς και τρόπους ζωής διαμορφωμένους μέσα από τους αιώνες, ομοιογενοποιώντας τις ιδιαιτερότητές τους και υποτάσσοντας την πολυμορφία του κόσμου στο όμοιο. Η ιδιοπροσωπία και η ετερότητα υποχωρούν. Λαοί με μακραίωνους πολιτισμούς προσχωρούν αδυνατώντας να λειτουργήσουν είτε λόγω του μεγέθους της εισβολής είτε λόγω μειονεξίας, που υποδύεται την ανάγκη εκσυγχρονισμού. Ισοπεδωτικές και ετερονομικές μορφές εκσυγχρονισμένων κωδίκων αχρηστεύουν τους αμυντικούς μηχανισμούς της συνείδησης, συντελώντας στην άμβλυνση της ελεύθερης κρίσης.
Όσο κι αν φαίνεται περίεργο, πιστεύω ότι ο ρόλος της αριστεράς όχι μόνο δεν αντιβαίνει στις καπιταλιστικές αυτές επιδιώξεις αλλά βρίσκεται και στην πρώτη γραμμή της προώθησής τους, διευκολύνοντας ουσιαστικά την επικράτησή τους. Πολλοί από τους εκπροσώπους των «προοδευτικών δυνάμεων» έχουν εξελιχθεί σε εμπροσθοφυλακή των ηγητόρων του ιμπεριαλισμού, τον οποίο ακριβώς υποτίθεται ότι πολεμάνε. Ο διεθνισμός τους και η αποστροφή προς τη λέξη πατρίδα, η εναντίωσή τους στην ιδέα του έθνους, ταιριάζει απολύτως με την ιδεολογία της παγκοσμιοποίησης. Αυτό δηλαδή που προωθούν με τόσο πάθος και τόσο μεθοδικά οι αγορές, δηλαδή οι χειριστές του κεφαλαίου, που καταργούν τα εθνικά σύνορα, τις εθνικές ταυτότητες, τις ιδιαιτερότητες των θρησκειών ως εμπόδια στην επέκταση των κερδών τους, το ευαγγελίζονται εξίσου και οι αριστεροί διανοούμενοι, μόνο που αυτοί το βαφτίζουν διεθνισμό. Από αυτή την άποψη οι παραπάνω εκσυγχρονιστικές ιδέες όχι μόνο δεν αντιμάχονται τις αξίες του καπιταλισμού, αλλά μάλλον φαίνεται να τις υπηρετούν με τον ίδιο τρόπο.
Για τους λόγους αυτούς πιστεύω βαθιά στην ανάγκη ανάταξης και επανασημασιοδότησης παλιών εννοιών όπως πατρίδα και έθνος. Ίσως αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να αντισταθούμε όχι μόνο στον ιδεολογικό οδοστρωτήρα της παγκοσμιοποίησης, αλλά και στις άμεσες γαιοπολιτικές απειλές. Οι έννοιες αυτές δεν είναι κάτι που πρέπει να απεμπολήσουμε, αλλά μάλλον κάτι που πρέπει να υπερασπιστούμε με κάθε τρόπο. Δεν είναι ψεύδη που πρέπει να ξεσκεπαστούν, αλλά βασικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση της ταυτότητάς μας. Και η κατεδάφιση αυτών των εννοιών και της αλήθειας που εμπεριέχουν δεν είναι ένα ανώδυνο διανοητικό παιχνίδι, αλλά ένας ολισθηρός δρόμος που οδηγεί στη συντριβή μας ως λαού. Γιατί, όπως προειδοποιούσε σοφά ο Γιώργος Σεφέρης:

«Σβήνοντας ένα κομμάτι απ’ το παρελθόν, σβήνει κανείς κι ένα αντίστοιχο κομμάτι απ’ το μέλλον, και είναι θλιβερή η ζωή που μοιάζει σαν ακατοίκητο σπίτι.»

Σωτήρης Σόρογκας
Ζωγράφος,
Ομότιμος Καθηγητής Ε.Μ.Πολυτεχνείου