0
0,00
0 items

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.

ΚΕΙΜΕΝΑ

ΣΩΤΗΡΗΣ ΣΟΡΟΓΚΑΣ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

12/2021

Για Θανάση Νιάρχο

Ερωτήσεις
1.Πότε πιστεύετε ότι προέκυψε η τόσο αμφισβητούμενη έννοια της ελληνικότητας στην τέχνη και ποια πιστεύετε πως υπήρξε η ανάγκη που την δημιούργησε.
Απ.Θα σας έλεγα ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της νεότερης Ελλάδας σοβεί τόσο στον πολιτικό όσο και στον πολιτισμικό γενικότερα χώρο, η γνωστή ιδεολογική σύγκρουση –κρυφή ή φανερή- ανάμεσα στην έννοια του εκσυγχρονισμού και την παράδοση. Η ελληνικότητα στην τέχνη ερμηνεύει την ανάγκη να διατηρηθεί η συνέχεια αυτής της ελληνικής παραδόσεως. Δηλαδή, ο ίδιος ο ελληνισμός. Η άκρως σχηματοποιημένη αυτή διατύπωση φυσικά και δεν είναι ικανή να περιγράψει την κατάσταση. Θα σας πω όμως δυο λόγια για τους ανθρώπους της γενιάς του ’30, τους οποίους λατρεύω και θαυμάζω, γιατί έφεραν στον τόπο μας με την εργασία τους και τη δημιουργική τους αγάπη, όλα τα αναγκαία στοιχεία που βρήκαν έξω από την Ελλάδα και την πλούτισαν διατηρώντας την ιδιοπροσωπία της με σεβασμό. Η κριτική τους στάση ήταν πάντα ζωντανή. Ο Ελύτης γράφει: «Εγώ και η γενιά μου-κι εδώ περιλαμβάνω και το Σεφέρη-πασχίσαμε να βρούμε το αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας». Αυτό ήταν αναγκαίο γιατί μέχρι τότε, σαν αληθινό πρόσωπο της Ελλάδας εμφανιζόταν εκείνο που οι ευρωπαίοι έβλεπαν σαν Ελλάδα.
Ο Σεφέρης στην ομιλία του για το Νόμπελ είπε: «είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοση του είναι τεράστια».
Θα σας πω κι ένα τελευταίο που θυμάμαι πάντα με συγκίνηση και μου το αφηγήθηκε ο αείμνηστος Εγγονόπουλος για τον Πικιώνη. Σε εκπαιδευτική εκδρομή στην Καστοριά με σπουδαστές αρχιτέκτονες, ο δάσκαλος για κάποια ώρα είχε χαθεί. Συγκινημένος ο Εγγονόπουλος στην αφήγηση του, είπε ότι βρήκε τον Πικιώνη να κλαίει σκυφτός σε ένα από τα δωμάτια του ερειπωμένου σπιτιού που είχαν επισκεφτεί τελευταία.
Η αγάπη αυτών των ανθρώπων δεν προερχόταν από πνευματικό σωβινισμό ή καταγωγική αυταρέσκεια. Ήταν ένα βαθύ και τραυματικό αίσθημα ταυτίσεως τους με τον γενέθλιο τόπο και την ιστορία του. Τι θα έλεγαν ακούγοντας την γλώσσα τους να γίνεται αγγλική ή ότι το Αιγαίο ανήκει στα ψάρια;

Ερώτηση 2: Αν θα θεωρούσατε τη ζωγραφική σας πέρα από τη μορφοποίηση ενός οράματος που μπορεί να έχει κανείς για τη ζωή και για την τέχνη, και ως ένα είδος προσωπική σας εξομολόγησης, ποια πιστεύετε πως υπήρξε η εξομολόγηση αυτή;
Απ. Σαν ποιητής κι εσείς , γνωρίζετε ότι καμιά εξομολόγηση μέσω της τέχνης δεν μπορεί να διατυπώσει το περιεχόμενο της. Πόσω μάλλον όταν το εξομολογείτε ο δημιουργός οριοθετώντας το. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο θα ακύρωνε το έργο γιατί θα το καθιστούσε μονοδιάστατο. Ο Σεφέρης στις «Δοκιμές του» λέει πως «Δεν υπάρχει καλλιτέχνης που να έχει δώσει αυθεντική ερμηνεία του έργου του». Και αλλού: «Ο ποιητής δεν έλεγε ποτέ αυτό που ήθελε να μεταδώσει». Πιστεύω πως κάθε έργο με αξία έχει πολλές ερμηνείες. Πρωτίστως πρέπει να εξακτινώνει τη συγκίνηση, γιατί αυτή μας ταξιδεύει στους λαβύρινθους του υποσυνείδητου μας , ενεργοποιώντας ξεχασμένους καιρούς και τόπους. Σε τέτοιες ερωτήσεις με βοήθησε η προτροπή του Μπρακ: « Δεν πρέπει να μιλάει ο ζωγράφος για το έργο του».

3. Είναι γνωστή η σχέση σας με τη λογοτεχνία και ιδιαίτερα με την ποίηση. Πως δημιουργήθηκε η σχέση αυτή;
Απ.Θυμάμαι που σας είχα εξομολογηθεί παλαιότερα σε μια συνέντευξη μου τους λόγους ενός συγκλονιστικού για εμένα γεγονότος που ανέτρεψε ριζικά τη ζωή μου. Ήμουν 13 ετών και ύψους δυο μέτρων σχεδόν. Αυτό, μετέτρεψε τη ζωή μου σε κόλαση αφού, για εκείνη την εποχή, το ύψος αυτό ήταν ασυνήθιστο. Η ζωή μου έκτοτε άρχισε να γίνεται αφόρητη απ’ τα πειράγματα σχεδόν όλων γύρω μου , εκτός των δικών μου, γεγονός που με έκανε να κρύβομαι. Έπρεπε να ανακαλύψω τρόπο επιβιώσεως . Σε ένα από τα υπέροχα κείμενα του πατρός Βασιλείου του Ιβηρίτου διάβασα: « μέσα στην εκκλησία αποδεικνύεται ότι όταν χάνεις κάτι σημαντικό που σε πονά, σου προσφέρεται κάτι πιο πολύτιμο, πνευματικό και ακατάλυτο, που δεν θα το κέρδιζες χωρίς την προηγηθείσα απώλεια. Φαίνεται πως η ζωγραφική, η ποίηση, τα διαβάσματα, έγιναν οι θύρες που μου υπέδειξε μια θεία πρόνοια, ώστε να βρω ξανά τον κόσμο με έναν άλλο παρήγορο τρόπο αναπάντεχα διευρυμένο και μυστηριακό. Ο Σαχτούρης σε ένα ποίημα του λέει: « Κόλαση με τόσο φως, δε το περίμενα».
Πιστεύω πως οι άνθρωποι που προστρέχουν στην τέχνη είναι οι πάσχοντες. Συχνά φέρνω στο νου μου την εξομολογητική φράση του Εγγονόπουλου: « Αν αφιερώθηκα στην τέχνη, το έκανα γιατί η ζωή είναι τόσο παράλογη, που αν δεν έχει κανείς αυτές τις διαφυγές προς το ανιδιοτελές, του γίνεται ανυπόφορη».

4. Έχετε γράψει πολλά κείμενα συγκεντρωμένα ήδη σε τρεις τόμους. Για πρόσωπα και για θέματα της καλλιτεχνικής, αλλά και της ευρύτερα κοινωνικής μας ζωής. Αν θα μπορούσε να εντοπιστεί ένας κοινός άξονας σε σχέση με τη ζωγραφική και την συγγραφή σας, ποιος θα ήταν αυτός;
Απ.Είναι αλήθεια ότι πάντοτε με διακατείχε τόσο η επιθυμία συμμετοχής μου στα κοινά, όσο και η ανάγκη μιας εξομολογήσεως, ενός μόνιμου ψυχικού αδιεξόδου που ζει σε αναμονή του αναπότρεπτου τέλους. Αυτό, το άφησα στη ζωγραφική η οποία μέσα από τη σιωπή της, μπορεί να αφηγηθεί ή να αποκαλύψει τέτοια μυστικά. Στον ίδιο άξονα εντάσσεται και η αγάπη μου για την ποίηση η οποία πάντοτε με βοηθούσε τόσο στη ζωή, όσο και στην τέχνη μου. Το έντονο και διαρκές ενδιαφέρον μου για τα κοινωνικά τεκταινόμενα, μου υπαγόρευσαν ίσως οι επιρροές απ’ την παιδική και εφηβική μου ηλικία. Διότι, πράγματι έζησα αυτά τα πρώτα χρόνια της ζωής μου σε ένα μικρό, φτωχικό σπίτι με τρεις οικογένειες στην ίδια αυλή, μαζί και το ραφείο του παππού μου, απ’ το οποίο περνούσαν τόσο οι πελάτες του, όσο και οι αριστερές συντροφιές των θείων μου και του πατέρα μου που είχαν μάλιστα καθοδηγητή τον περίφημο Πλουμπίδη. Εκεί, διδάχτηκα ότι η πλουτοκρατία που εκμεταλλεύεται τους φτωχούς στηρίζεται απ’ την στρατοκρατία και την παπαδοκρατία. Μεγάλωσα μέσα απ’ τα αφελή αυτά, αλλά άκρως διεισδυτικά και «προοδευτικά» ιδεολογήματα. Σε ένα μικρό κείμενο για τον αγαπημένο μου πατέρα έχω αναφέρει την διδασκαλία του την οποία αργότερα εμπέδωσα με συνεχείς μαρξιστικές μελέτες, καθώς και με αντίστοιχες συντροφιές. Κατάφερα να απαλλαγώ από αυτήν την ιδεολογία, εν μέρει, στα μέσα της δεκαετίας του ‘80.

5.Που διακρίνετε να σταματούν οι πειραματισμοί που έχουν επιχειρηθεί τα τελευταία πενήντα χρόνια στη ζωγραφική.
Απ.Πιστεύω ότι η ζωγραφική, περισσότερο από έναν αιώνα, έχει περιθωριοποιηθεί. Τα μουσεία μοντέρνας τέχνης είναι τεράστια σε μέγεθος για να δέχονται άλλες μορφές τέχνης: Κατασκευές, happenings, land art, body art, video art κλπ. Οι ντανταϊστές με την επανάσταση τους στην αρχή του περασμένου αιώνα εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα, αυτοαποκαλούμενοι «μοντέρνοι», ενώ είναι απολιθώματα.
Επιχειρήθηκε και επιχειρείται κάθε ασχημία, κάθε μορφής ηλιθιότητα που θα σκεφτεί ή θα πράξει κάποιος, σε βαθμό κορεσμού. Όλα επενδύονται με μια σοβαροφάνεια απίστευτη, ως εκδηλώσεις ύψιστης καλλιτεχνικής βαρύτητος. Εν απουσία οποιουδήποτε κριτηρίου, αλλά και εκφοβισμού του κοινού για το δήθεν σπουδαίο κάποιων εκφράσεων της σύγχρονης τέχνης, αυτοανακηρύσσονται όλοι πλέον «εικαστικοί καλλιτέχνες». Ο Τάκης Θεοδωρόπουλος έγραψε ένα ενδιαφέρον κείμενο για τη «σπασμένη καρέκλα» του μουσείου ΕΜΣΤ: «τη λεγόμενη σύγχρονη τέχνη δεν τη δημιουργούν οι καλλιτέχνες. Την παράγουν οι ερμηνευτές της-επιμελητές εκθέσεων, και πάσας φύσεως «προλογιστές», που φορτώνουν με σημασία το ασήμαντο».
Η ζωγραφική πάντα εν απουσία.

6. Θεόφιλος
Απ.Η υπέροχη γενιά του ‘30 δεν ήταν δυνατόν να μην ανακαλύψει τον Μακρυγιάννη και τον Θεόφιλο. Αυτό που θα λέγαμε, η ελληνική λαϊκή ψυχή. Ο Εμπειρίκος δεν θα μπορούσε να αγνοήσει τον Θεόφιλο: «Με ρίγανη στα χείλη του κι ολόκληρη τη χώρα μέσα στο στήθος του».
Ο Ορέστης Κανέλλης , ο Ασημάκης Πανσέληνος, ο Κρίτων Ελευθεριάδης που τους γνώρισα, μιλούσαν για το Θεόφιλο με συγκινητική τρυφερότητα, σαν να ήταν συγγενής τους. Όλοι τους κατείχαν υπέροχα έργα του.
Τα κείμενα του Eλύτη και του Σεφέρη , λατρευτικά. Έγραψα κι εγώ κάτι για το ζωγραφισμένο σπίτι στην Ανακασιά του Βόλου. Είναι μαγευτικό. Με είχε καθηλώσει θυμάμαι, η φιγούρα του σπιτονοικοκύρη πάνω στο άλογο , έτοιμου για κάποια αναχώρηση, ο προορισμός της οποίας έμενε μετέωρος σε μια ατμόσφαιρα μεταφυσική.

Λόγιος Ερμής

Συνέντευξη στο Λόγιο Ερμή

Τα τελευταία χρόνια όλο και πιο συχνά αισθάνομαι την ανάγκη να μιλάω σε φίλους για όσα παράλογα συμβαίνουν γύρω μας, δυσεξήγητα και εκκωφαντικά. Βανδαλισμοί στα πανεπιστήμια, στα γήπεδα, στα μαγαζιά. Σχολεία λεηλατημένα, μετά από ανερμήνευτες καταλήψεις από μικρά παιδιά, κλεισμένοι δρόμοι, σύμβολα πατρίδας στην πυρά, ατμόσφαιρα ανασφάλειας και ζόφου, όπως την έζησα μικρός τις δύσκολες δεκαετίες του 40 και του 50. Οι ποιητές που τους διαβάζω συχνά για παρηγοριά τα έβλεπαν από νωρίς. Ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος το 1979 έλεγε, από άλλες αφορμές σε ένα ποίημα του με τίτλο <Πατρίδα> :«…. Γέρασε πια και ζητιανεύει -Το αδιάλλακτο μας πένθος πουλιέται στα βιβλιοπωλεία.¨»Το πένθος νομίζω ότι κυματίζει σήμερα μαζί με τη σημαία. Και η σημαία ήρθε στο νου μου γιατί μένει ανυπεράσπιστη εμπρός στις λοιδορίες εκείνων ακριβώς που θα έπρεπε πρωτίστως να την διαφυλάττουν ως ιερό σύμβολο μιας πνευματικής παραδόσεως ασύλληπτης σε μέγεθος και σημασία , ενώ εύκολα ο καθένας μας μπορεί να τη φαντάζεται και διάστικτη απ’ τις κηλίδες αίματος για τη χιλιάκριβη τη λευτεριά. Συγχωρήστε μου τον κοινότοπο λόγο, αλλά στο καιρό μας αισθάνεται κανείς την ανάγκη να αναλύει τα αυτονόητα, αφού συμβαίνει να χρήζει υπερασπίσεως ακόμα και η γλώσσα ή η ελληνική ιστορία. Και τούτο γιατί εδώ και χρόνια όλα αυτά υπονομεύονται μεθοδικά και επίμονα. Υπονομεύονται μέσα από την άκριτη ( και την συχνά σκόπιμη) υιοθέτηση μιας απροσγείωτης πολυτισμικότητας που προωθείται με ευρωπαϊκά κονδύλια και με χρηματοδοτήσεις από ιδρύματα πάσης φύσεως. Το χειρότερο όμως είναι πως προωθείται και με τον λόγο των κυρίαρχων ιδεολογικά ελίτ της δήθεν διανόησης σε πανεπιστήμια και μέσα μαζικής ενημέρωσης.Η κυριαρχία του ιδεολογικού λόγου μιας ξεπερασμένης από τα πράγματα κομματοκρατούμενης αριστερά ταυτισμένη με ότι αντιστρατεύεται κάθε έκφανση εθνικού μορφώματος και μονίμως σε προνομιακή συνδιαλλαγή με την εξουσία όλων των αποχρώσεων καλλιέργησε και συνεχίζει να καλλιεργεί την πνευματική μονολιθικότητα και τους άγονους δυισμούς άσπρο – μαύρο, στερώντας από τις νέες γενιές την επαφή τους με το σύνολο της ελληνικής γραμματείας και παραδόσεως. Σήμερα, για παράδειγμα, ποιος θα αναφερθεί στα πατερικά κείμενα χωρίς να θεωρηθεί σκοταδιστής. Στον εκκλησιαστικό βίο, στην Ορθοδοξία, στη Ρωμιοσύνη. Οι αποδομιστές της Νέας Τάξης τα βάλαν τελευταία και με τους πνευματικούς τους πατέρες: Το Ρίτσο, τον Σβορώνο, τον Θεοδωράκη ή ακόμα τη γενιά του 30 όπου με παραναγνώσεις, όπως λέει ο Νάσος Βαγενάς, τη χαρακτηρίζουν φασιστική. Στο όνομα ενός καινούργιου κόσμου που διαγράφει το παρελθόν αφού «κατεπείγει να αλλάξωμε εμείς και η λογική μας» όπως ισχυρίζονται κάποιοι., η κυρίαρχη αριστερή σκέψη έχει απαξιώσει ως ξεπερασμένες έννοιες την πατρίδα, την ιστορική συνείδηση, την πολιτιστική ιδιαιτερότητα, την κοινωνική συνοχή. Προσκολλημένη σε έναν ξεπερασμένο διεθνισμό, φθάνει να υποστηρίζει την επιστροφή των Τσάμιδων στη Θεσπρωτία από όπου έφυγαν με γερμανικές στολές σφάζοντας και καίγοντας τα σπίτια των συγχωριανών τους Και είναι οι οπαδοί αυτής της σκέψης που θέλησαν να διαγράψουν την παρήγορη συλλογική μνήμη σβήνοντας από τα σχολικά βιβλία τις ηρωικές μορφές , τις εμπνεόμενες από το υπερβατικό ιδεώδες της πατρίδας , διαγράφοντας και την ιστορία της. Δεν διαβάζεις σήμερα κείμενο με παρόμοιες θέσεις χωρίς να υπογράφεται από κάποιον «προοδευτικό» διανοούμενο .Αισθάνομαι την ανάγκη μιας μελέτης σχετικής με αυτό το παράδοξο φαινόμενο, να σπεύδουν σχεδόν οι πάντες να δηλώνουν την ιδεολογική τους ταυτότητα αποδομώντας ό,τι συγκροτεί την ιδιαιτερότητα της πατρίδας τους αλλά κι αυτούς τους ίδιους.Όλα αυτά τα χρόνια γυρίζει στο νου μου ο Μακρυγιάννης όταν όρκιζε τους αγωνιστές για το Σύνταγμα: «Που΄ναι η λεφτεριά κι η δικαιοσύνη»Ή ο Σεφέρης απ΄τα βάθη του καιρού. Βοηθήστε μας Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχηΣ΄ αυτήν τη δύσκολη χρονική συγκυρία που διέρχεται ο τόπος η αναβάθμιση των εννοιών έθνος και πατρίδα απ΄ τις χρόνιες υπονομεύσεις τους πιστεύω ότι θα προσέδιδε την αναγκαία αίγλη πολιτιστικών και ηθικών προτύπων και θα συντελούσε σε ένα αίσθημα υπερηφάνειας και ανατάσεως εν είδη ανάσας για τη συνέχεια της ελπίδας. Η αναγέννηση αυτών των εννοιών θα συνεγείρει το αίσθημα του ανήκειν και του συνανήκειν . Γιατί η πατρίδα ως κοινός γενέθλιος τόπος που συνιστά πολιτισμική συγγένεια και αίσθηση κοινής μοίρας δυναμώνει το αίσθημα της συνοχής και της ενότητας. Σε ενδιαφέρον κείμενο της γλυκειάς μου φίλης Ιωάννας Τσιβάκου, που σχολιάζει το τελευταίο βιβλίο του συνομιλητή μας και φίλου Βασίλη Καραποστόλη, διευκρινίζεται με εναργέστατο τρόπο ότι « Η πατρίδα ενέχει γεωγραφικό προσδιορισμό, ενώ το έθνος τον υπερβαίνει. Και οι δυο οντολογικές κατηγορίες δημιουργούν εκείνο το σταθερό μετερίζι από όπου η θνητή ανθρώπινη ύπαρξη εισπνέει τον αέρα της αιωνιότητας. Ενώ όμως η πατρίδα αγγίζει τα μύχια του συναισθηματικού εγώ, το έθνος προβάλλει ως Υπερεγώ κατάλληλο να τροφοδοτεί με νόημα ζωοποιό την πνευματική δημιουργία.» Γι αυτό θεωρούμε υπονομευτικό ό,τι προσβάλλει ή απαξιώνει στοιχεία που συγκροτούν και νοηματοδοτούν τον κοινωνικό ιστό, όπως πρωτίστως είναι η φιλοπατρία. Αυτά συζητούσαμε εδώ και χρόνια με το γιατρό Νίκο Κελέρμενο και τον ιστορικό Βλάση Αγτζίδη , φίλοι της καρδιάς, και για την ακρίβεια, σύμφωνα με το ημερολόγιο του Νίκου Κελέρμενου , ήταν Σάββατο 6 Ιανουαρίου του 2007, όταν δηλαδή ξεκίνησαν οι τακτικές μας συναντήσεις με σκοπό να κάνουμε κάτι στα δύσκολα χρόνια που έρχονται γιατί «Έχουμε ανάγκη από ένα ευρύτερο πολιτιστικό και ιδεολογικό κίνημα που θα μεριμνά για τη γλώσσα, την ιστορία, τον πολιτισμό, και το περιβάλλον, που αποτελεί συνάμα και την οικουμενική πρότασή μας παίρνοντας, βεβαίως, στοιχεία και προτάσεις, από άλλους πολιτισμούς , εντάσσοντάς τες όμως με δημιουργικό τρόπο στη δική μας παράδοση». Αυτά γράφουμε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού μας με διατύπωση του πρωτεργάτη και διευθυντή αυτής της εκδόσεως , Γιώργου Καραμπελιά στον οποίο όλοι μας βασίζουμε την ευτυχή ευόδωση των κοινών μας προσανατολισμών. Και τούτο γιατί σχεδόν το σύνολο των δραστηριοτήτων καθώς και η διεκπεραίωση του περιοδικού οφείλεται αποκλειστικά σ΄ αυτόν τον παρήγορο φίλο.Τελειώνοντας θα΄θελα να αναφερθώ και στις θαυμάσιες και αλλεπάλληλες συναντήσεις μας στον φιλόξενο χώρο της Θεμιστοκλέους 37 με τόσα αξιόλογα πρόσωπα που με το ζήλο και την ευσυνειδησία τους συνέβαλλαν στο να δημιουργηθεί η Εταιρεία Μελέτης Ελληνικού Πολιτισμού καθώς και η έκδοση του νέου ΛΟΓΙΟΥ ΕΡΜΗΣας ευχαριστούμε πολύ που ήρθατε σε αυτή τη συνάντηση κι ευχόμαστε να ανταποκριθούμε τόσο στην αποστολή μας όσο και στις δικές σας προσδοκίες .

Για μετρό

1.Πως αισθάνεστε κύριε Σόρογκα γι’ αυτά τα τελευταία έργα σας στο Αττικό Μετρό;Θυμάμαι την περίεργα αυξημένη συγκίνησή μου , όταν έδειχνα στην επιτροπή του Αττικού Μετρό τις μακέτες των έργων που πρότεινα για το σταθμό Λαρίσης. Κι αυτό γιατί είναι μεγάλη ευθύνη αλλά και τιμή να μπορεί κάποιος να αναρτά το έργο του σε δημόσιο χώρο , γεγονός που υπερβαίνει κατά τη γνώμη μου , ακόμα και την σημασία που θα είχαν τα έργα του σ’ ένα μουσείο, αφού εκεί ο θεατής προετοιμάζεται να δει έργα τέχνης, ενώ σ’ ένα σταθμό μετακινήσεως η απροσδόκητη επαφή του με κάτι άλλο, αν δεν τον αφήσει αδιάφορο, θα επικοινωνήσει μαζί του θετικά ή αρνητικά. Θέλω να πω είναι ένα κινδυνώδες εγχείρημα. Θα ήμουν λοιπόν ευτυχής αν κάποιοι απ’ τους ανθρώπους που πηγαίνουν βιαστικοί στις δουλειές τους σταματήσουν για λίγο να κοιτάξουν τις εικόνες που ζωγράφισα ή αν κατάφερνα να συγκινηθούν λίγο ή να σκεφτούν κάτι για τη μοίρα των πραγμάτων.2.Δηλαδή, τι σκεφτήκατε να ζωγραφίσετε;Θα έλεγα ότι η ιδέα αναδύθηκε εύκολα και αυτόματα. Μέσα στο πλέγμα των εμμονών και της αγάπης που διατηρώ πάντοτε για ότι χάνεται απ’ αυτόν τον κόσμο δεν θα μπορούσα να ξεφύγω από μνήμες παλιών μεταφορικών μέσων του πρόσφατου παρελθόντος.. Τα απόμακρα κάρα « όλο χρυσάφι και πορφύρᨻ όπως θα έλεγε ο Ρίτσος , οι μαγικοί σιδηρόδρομοι με τις φωτιές και τα κάρβουνα ή τα πράσινα τραμ με το γλυκό καμπανάκι να πηγαίνουν «προς τα τέρματα» με απόμακρους τραμβαγιέρηδες.3.Πόσα είναι τα έργα; Είναι έξι έργα που αποτελούν τρεις ενότητες διπτύχων. Τα τέσσερα είναι 1.50Χ2.10 μ και τα άλλα δύο 1.50Χ1.50 μ. Όλα βρίσκονται σε μια οριζόντια σειρά παρά την ύπαρξη των τριών τοίχων σε σχήμα Π πάνω στους οποίους υπάρχουν ανά δύο. Η φορά τους ωστόσο δημιουργεί την αίσθηση διαφορετικών κατευθύνσεων .4.Υπάρχουν γραμμένοι πάνω σε κάθε έργο στίχοι ποιητών της γενιάς του ’30. Δεν το είχαμε ξαναδεί αυτό στα έργα σας.Έχω ξαναχρησιμοποιήσει στίχους και σε παλαιότερα έργα μου, όπως του Ελύτη , του Σαχτούρη αλλά και άλλων ποιητών. Ωστόσο, οι στίχοι που αναφέρονται σ’ αυτά τα έργα του Μετρό με βοήθησαν , πιστεύω, να μεταφέρω κάτι απ’ την ατμόσφαιρά τους και σ’ αυτά , γι’ αυτό θεώρησα αναγκαίο να συνυπάρχουν. Για παράδειγμα στο δεύτερο μέρος απ’ τη ρόδα του κάρου οι στίχοι του Σεφέρη στάθηκαν για μένα δημιουργικοί με πολλούς τρόπους. Ήταν αυτό που θα επιθυμούσα να υπάρχει και στο έργο. «…ο δρόμος δεν έχει αλλαγή κράτησα τη ζωή μου. Το χιόνι και το νερό παγωμένο στα πατήματα των αλόγων.» Τα άλογα , φυσικά εδώ μπορεί να μη φαίνονται αλλά εγώ ήθελα να τα καταστήσω παρόντα. Αν το κατάφερα θα το πει ο κόσμος.

Για Κύπρο

Η χώρα βγήκε μέσα από μια μεγάλη καταστροφή. Ακούστηκαν πολλές απόψεις κι αναλύσεις με ευρύτερες προεκτάσεις για την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό κράτος σήμερα. Ο πρωθυπουργός μίλησε για ένα νέο πατριωτισμό. Τελικά, θα βγει κάτι καλό για το μέλλον από όλα αυτά;

Ο ποιητής Μιχάλης Κατσαρός έγραψε: «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον κρύβει πολλή ξηρασία». Σήμερα η ξηρασία στις συνειδήσεις όλων μας μεγαλώνει, γι’ αυτό και απουσιάζει η ελπίδα, η κοινωνική συνοχή ή το κοινό όραμα για κάτι. Οι πολιτικοί δογματισμοί και τα πάθη οξύνονται αντί να αμβλυνθούν, ακόμα και στις εθνικές καταστροφές όπως οι φωτιές της Πελοποννήσου και της Ευβοίας. Δασοκτόνοι νόμοι, πολιτική διευκολύνσεων για καταπατητές γης, το αρπακτικό σύνδρομο των πολιτών που δεν αναχαιτίζεται από νόμους, συνθέτουν την εφιαλτική σύγχρονη εικόνα του τόπου. Ο κρατικός μηχανισμός στην Ελλάδα είναι ο μόνιμος ασθενής, και καμιά κυβέρνηση μέχρι σήμερα δεν φρόντισε με αποτελεσματικό τρόπο την ίασή του. Η έκταση της απάτης και της ανομίας είναι ασύλληπτη. Στην απουσία επιβολής κυρώσεων ο καθένας πράττει αυτοβούλως. Μόνο στην Πεντέλη 4.000 πρωτόκολλα κατεδαφίσεως μένουν ανεκτέλεστα. 1.700.000 αυθαίρετα κτίσματα. Λατομεία που λεηλατούν τοπία και αρχαιολογικούς χώρους παραμένουν εν λειτουργία, παρά την απαγόρευση του Συμβουλίου Επικρατείας. Το πολιτικό σύστημα, ασφυκτικά εγκλωβισμένο, ελέγχεται απ’ τους κατόχους των μαζικών μέσων ενημέρωσης που φροντίζουν με δικά τους κριτήρια την «ανάπτυξη». Ο νέος πατριωτισμός θα ξεκινήσει μόνο από τη βάση.

Γίνεται σε όλους όλο και περισσότερο αυταπόδεικτο ότι τα δύο μεγάλα κόμματα δεν εκφράζουν τίποτα το διαφορετικό. Συμφωνείτε ότι μοιάζουν περισσότερο με ομάδες συμφερόντων, που όλα τους τα επιχειρήματα, λίγο πολύ, καταλήγουν στο ότι θα κάνουν καλύτερη διαχείριση οι μεν από τους δε;

Είναι αλήθεια ότι η ιδεολογία της παλιάς δεξιάς με τις αξίες της πατριδολατρίας, της προσήλωσης στην οικογένεια και της ορθόδοξης πίστης δεν εκπροσωπείται πλέον από κάποιο κόμμα, σε αντίθεση με τους πολίτες ή γενικότερα το λαό –όχι μόνο της δεξιάς, αλλά ολόκληρου του ιδεολογικού φάσματος–, ο οποίος διαφυλάττει αυτές τις αξίες. Θα έλεγα μάλιστα ότι συντελείται ένα είδος βιασμού της λαϊκής θελήσεως συστηματικά και μακροχρόνια από όλα τα κόμματα. Έτσι ώστε να αναγκαστεί η λαϊκή αυτή βάση να εγκαταλείψει τη ριζωμένη ιδιοπροσωπία της. Σκεφτείτε ότι 3.000.000 άνθρωποι ζήτησαν να αναγράφεται στη ταυτότητά τους ότι είναι χριστιανοί και το κράτος –ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ–, προφασιζόμενο το σκεπτικό του κυρίου Δαφέρμου, το αρνήθηκε. Έπειτα, στην εξωτερική πολιτική των δύο κομμάτων δεν διαπιστώσαμε μέχρι τώρα διαφορά, γιατί παντού διαχέεται η ίδια αντίληψη. Παραδείγματος χάριν, το αντεθνικό σχολικό βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού που σχεδίασε το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο επί ΠΑΣΟΚ, με τη σύμπραξη –πάντα– των «προοδευτικών δυνάμεων» του Συνασπισμού, το μοίρασε στα σχολεία η Ν.Δ. Θα έλεγα πάντως ότι κάποια διαφορά υπάρχει. Συνίσταται ίσως στην ύπαρξη κάποιων δισταγμών, μιας εσωτερικής επιφύλαξης, όσον αφορά αυτή την ιδεολογική συγγένεια. Παράδειγμα, η διακριτική αποδοχή του Σχεδίου Ανάν από τη Ν.Δ. Κυρίως όμως υπάρχει μια διαφορά ήθους. Το ΠΑΣΟΚ μετά τα είκοσι χρόνια του αμαρτωλού βίου του πιστεύω ότι έμεινε το πλέον διαπλεκόμενο κόμμα, και χρωστάει σήμερα την ύπαρξή του στη λυσσώδη υποστηριχτική προπαγάνδα από τη συντριπτική πλειοψηφία των ΜΜΕ. Εν κατακλείδι, δεν πιστεύω ότι τα δύο κόμματα είναι ίδια.

Σ’ αυτή τη προεκλογική εκστρατεία τα μεγάλα εθνικά ζητήματα μένουν έξω από τη συζήτηση. Γιατί πιστεύετε ότι συμβαίνει αυτό;

Όπως προείπα, τα εθνικά ζητήματα αντιμετωπίζονται με τον ίδιο σχεδόν τρόπο στα δυο μεγάλα κόμματα, καθώς επίσης και στον μικρότερο Συνασπισμό, ο οποίος κατά τη γνώμη μου είναι ο ιδεολογικός καθοδηγητής και των δύο, αφού έχει καταφέρει να θεωρείται η ελίτ της διανόησης του τόπου. Έγινε δηλαδή σήμερα το πνευματικό κατεστημένο. Γι’ αυτό και δεσπόζει σ’ ολόκληρο το εκπαιδευτικό φάσμα, απ’ το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο, τις τέχνες, τα ΜΜΕ, ως τη στελέχωση των υπουργείων. Κατά τη γνώμη μου, οι απόψεις όλων αυτών για τα εθνικά θέματα βρίσκονται σε πλήρη διάσταση από το αίσθημα εθνικής συνειδήσεως που κυριαρχεί στην πλειονότητα του ελληνικού λαού, γεγονός βέβαια το οποίο γνωρίζουν, και γι’ αυτό ποτέ δεν θα ρωτήσουν με ένα δημοψήφισμα αν θέλει, ας πούμε, ή όχι την Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Με την ευκαιρία, θα ήθελα να εκφράσω τη βαθιά μου εκτίμηση και την απέραντη αγάπη μου για τον ηρωικό εθνικό ηγέτη Τάσσο Παπαδόπουλο, που μας μεταγγίζει ελπίδες και αίσθημα αξιοπρέπειας.

Πολλοί ισχυρίζονται ότι αυτό είναι μια καλή εξέλιξη διότι έτσι αποφεύγεται ο λαϊκισμός στα εθνικά μας θέματα.

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει συμφωνία να πράττουμε έτσι. Απλώς συμφωνούν. Πιστεύω ακόμα ότι τη λέξη «λαϊκισμός» τη χρησιμοποιούμε πολύ συχνά κατά το δοκούν, γεγονός που αρκετές φορές μπορεί να υπονομεύει την αλήθεια. Για παράδειγμα, αν επικαλεστεί κάποιος σήμερα το θρησκευτικό ή το πατριωτικό αίσθημα, θα δεχτεί την κατηγορία του λαϊκιστή, του εθνικιστή ή και του ρατσιστή. Πιστεύω ότι η ιδεολογική τρομοκρατία που ασκούν σήμερα οι κάθε είδους «προοδευτικές» ή «ρεαλιστικές» δυνάμεις περιθωριοποιούν ό,τι θα μπορούσε πράγματι να δειχθεί ως προοδευτικός λόγος.

Κάποιος άσχετος που δεν γνωρίζει καθόλου τα ελληνικά πράγματα, ακούγοντας το ΠΑΣΟΚ και τον αρχηγό του θα πίστευε ότι η ελληνική κοινωνία βρίσκεται στο χείλος της καταστροφής και ότι κερδίζοντας τις εκλογές θα τροχιοδρομηθούν αμέσως οι καλύτερες δυνατές λύσεις για όλα τα προβλήματα.

Πιστεύω ότι το ΠΑΣΟΚ, ήδη απ’ την ίδρυσή του, δανείστηκε –ή καλύτερα σφετερίστηκε– τα αριστερά ιδεολογικά προτάγματα για να πετύχει πρωτίστως τη νομή της εξουσίας. Οι διαρκείς αλλαγές στον ιδεολογικό του προσανατολισμό όσο και η πολυσυλλεκτικότητά του απέδειξαν την ασπόνδυλη πολιτική του δομή. Δημαγωγικό, ρουσφετολογικό και ιδιοτελές σε πρωτοφανή μορφή, ισοπέδωσε ιεραρχίες, εξευτέλισε θεσμούς, εδραίωσε το συντεχνιακό πνεύμα. Νομιμοποίησε τον εκμαυλισμό και τον αμοραλισμό των συνειδήσεων ρημάζοντας τον κοινωνικό ιστό. Η Ελλάδα έγινε η πρώτη χώρα της Ευρώπης στη δωροδοκία υπαλλήλων από πολίτες. Η εικοσαετία του ΠΑΣΟΚ πιστεύω ότι ανέδειξε και μεγιστοποίησε αυτές τις ροπές, που φυσικά υπήρχαν, σε ένα χαοτικό και ανερμάτιστο κράτος, η αλλαγή του οποίου απαιτεί πρωτίστως την απομάκρυνσή του.

Τα μικρότερα κόμματα, όλως ιδιαιτέρως αυτά της αριστεράς, πολλά χρόνια τώρα δεν μπορούν να διαδραματίσουν ένα σημαντικότερο ρόλο στο πολιτικό σύστημα και κατ’ επέκτασιν στην ίδια τη χώρα. Ποιες νομίζετε ότι είναι οι βαθύτερες αιτίες αυτού του γεγονότος;

Πρέπει, σας παρακαλώ, να λάβετε υπόψιν σας ότι οι όποιες απαντήσεις μου βρίσκονται μακριά από θέσεις δήθεν ορθοκρισίας. Είναι ταπεινές απόψεις ενός απλού ανθρώπου που ενδιαφέρεται για τα κοινά. Δεν βλέπω δηλαδή πώς αλλιώς θα μπορούσα να απαντήσω σε πράγματι κεφαλαιώδη ερωτήματα σαν αυτό που μου θέτετε τώρα. Επ’ αυτού λοιπόν θα σας έλεγα το αυταπόδεικτο: ότι η ελάχιστη ανταπόκρισή τους στη βάση του εκλογικού σώματος είναι η απόδειξη της λανθασμένης πορείας τους.

Σωτήρης Σόρογκας