0
0,00
0 items

Κανένα προϊόν στο καλάθι σας.

ΚΕΙΜΕΝΑ

Κείμενα του Σ. Σόρογκα ΓΙΑ ΠΡΟΣΩΠΑ

Γιαγιά

Η γιαγιά Εριφύλη από την Προύσα

Οι γονείς της μητέρας μου ήρθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία, το 1914. Οι Τούρκοι εκείνον τον καιρό έκαναν επιστράτευση και ο παππούς μου θα έπρεπε να καταταγεί στον στρατό τους με δυσοίωνες προοπτικές. Στα νιάτα του ήταν ψαράς στην Απολλωνιάδα λίμνη , πλάι στην Προύσα και αργότερα φραγκοράφτης. Μ’ αυτήν την τέχνη και με βοηθό τη γιαγιά μου, έζησαν και μεγάλωσαν οκτώ παιδιά. Η γιαγιά ήταν ορφανή από μητέρα και πάμπτωχη. Γεννήθηκε το 1894 και την πάντρεψαν σε ηλικία 15 ετών. Πριν φτάσουν στον Πειραιά είχε κιόλας δύο παιδιά. Δεν γνωρίζω λεπτομέρειες , αλλά αγόρασαν οικόπεδο στον Άγιο Αρτέμιο και μετά από γράμμα της γιαγιάς μου ήρθε και ο πατέρας της να βοηθήσει στο χτίσιμο του σπιτιού , αφού ήταν και οικοδόμος. Δούλευαν τα βράδια κρυφά κουβαλώντας νερό από την εκκλησία και συχνά τους βοηθούσαν πατριώτες τους. Το ραφείο του παππού μου ήταν μπροστά στον δρόμο και δίπλα το δικό μας δωμάτιο. Το ‘’σίδερο’’ που άναβε με κάρβουνα και ο μικρός χώρος, δημιουργούσαν τους χειμώνες μια ζεστή και φιλόξενη ατμόσφαιρα, γι΄ αυτό και το ραφτάδικο ήταν τόπος συνάντησης. Στη φροντίδα της γιαγιάς ήταν και η μικρή μας αυλή με δένδρα και γλάστρες από ντενεκέδες λαδιού κι ένα πηγάδι στο κέντρο, που κορύφωνε την ωραιότητα της . Εκεί, σ΄ ένα μικρό δωμάτιο , ζούσε κι ο πατέρας της γιαγιάς μου. Πρέπει να ήτανε 100 ετών όταν με έστελνε να του αγοράσω κρασί από το κοντινό μπακάλικο. Τον άκουγα να της ζητάει «πιταρούδια» κι εκείνη μάζευε χορταράκια από γωνιές της αυλής, τα έκοβε σε μικρά κομματάκια και τα ανακάτευε με αλεύρι και νερό. Ίσως να έβαζε και λίγο λάδι όταν τα τηγάνιζε. Τα πράσα και οι κόκκινες πιπεριές –που δάκρυζε καθώς τις έτρωγε-ήταν τα μαγικά φαγητά του παππού. Θα ήταν Κυριακή πρωί και έλλειπαν όλοι απ΄το σπίτι, λόγω της λαϊκής αγοράς, και θυμάμαι ακόμα τη γιαγιά μου ανεβαίνοντας τις σκάλες με κλαμένα μάτια να μου ψιθυρίζει ότι ο παππούς πέθανε. Θα ήμουν τεσσάρων ή πέντε ετών τότε, αλλά το θλιμμένο πρόσωπο της γιαγιάς δεν το ξεχνώ. Ήταν μια σιωπηλή αρχόντισσα. Μια αρχόντισσα μυστικής καταγωγής. Ίσως και ναταν από σόι δολοφονημένου αυτοκράτορα που άφησε πίσω του να ταξιδεύει αιωρούμενη μέσα στα χρόνια, χωρίς ελπίδα, μια πίκρα παντοτινή που έγινε μαράζι ή καημός ολόκληρης της ρωμιοσύνης. Διαισθανόμουνα βαθύ σεβασμό όλων στο πρόσωπό της. Δεν είχε πάει σχολείο ούτε μια μέρα. Ο πατέρας μου με την αριστερή του προπαγάνδα εναντίον της θρησκείας, προσπαθούσε να με απωθήσει ή να με συγκρατήσει από την σιωπηλή γοητεία που ασκούσε η αταλάντευτη και εξόχως σεμνή πίστη της γιαγιάς σε ένα φτωχό καντηλάκι πάντα αναμμένο μπροστά σε κάτι μικρά και σχεδόν μαύρα εικονίσματα , που όπως διαπίστωσα αργότερα ήταν χάρτινες χρωμολιθογραφίες κολημμένες πάνω σε ξύλο. Δίπλα τους λίγα φύλλα από βάγια και μικρά κουτάκια με λιβάνι και φυτιλάκια. Κάποτε μου αφηγείτο θαύματα της Παναγίας. Και την Μεγάλη Παρασκευή τρώγαμε όλοι φακές, χωρίς λάδι, σχεδόν υποχρεωτικά. Η ενάρετη ζωή της είχε ταυτιστεί με την ολοκληρωτική της προσφορά προς όλους. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε να διακρίνουν όλοι γύρω της μια αύρα αγιοσύνης, χωρίς να μιλήσει ποτέ κάποιος γι αυτό. Ο πατέρας μου πρώτος από όλους την σεβόταν και συχνά τη ρωτούσε αν της έλειπε κάτι. Πώς μεγάλωσε οχτώ παιδιά , πώς τα κατάφερε να μην αρρωστήσουν τα άλλα , όταν η όμορφη και γλυκιά Παναγιώτα- η πρώτη από τις τέσσερις κόρες- έπασχε από φυματίωση στα είκοσι της χρόνια. Πέθανε είκοσι δύο ετών. Της είχε ξεχωριστά πιάτα και ποτήρια. Αργότερα μιλούσαν για τον υπέροχο αρραβωνιαστικό που την παντρεύτηκε , που έτρωγε με το ίδιο κουτάλι και έπινε νερό από το ποτήρι της. Μου τον γνώρισε αργότερα ο θείος Λευτέρης. Είχε κατάστημα γυαλικών και λεγόταν Αντώνης Σαββάκης. Ήταν τότε που έψαχνα να βρω αν υπάρχουν και σήμερα ήρωες του Ντοστογιέφσκι. Αφανείς οδοιπόροι με μυστικές εντολές μεταβάσεως στο «άλλο» μέσα από την σιωπηλή και ανερμήνευτη ομίχλη του αθέατου κόσμου μας. Η πάντοτε σκυφτή γιαγιά Εριφύλη, ήταν αλήθεια πως προσκυνούσε σε κάτι ιερό, που ποτέ δεν είδε κανένας από μας. Μιλούσε σπάνια και ποτέ χωρίς λόγο. Όλοι απευθύνονταν σε αυτήν να τους πει ποιός έχει δίκιο. Ήταν φορέας μιας κληρονομημένης σοφίας, η μετάδοση της οποίας έπαιρνε μορφή διαγγέλματος. Μορφή αποστάγματος «κατά τες συνταγές». Κάποτε , σε μια κουδουνάτη γειτόνισσα που μπαινόβγαινε σπίτι μας, είπε προστατευτικά: «Να μη ξεχνάς κόρη μου, ότι η ομορφιά είναι ο πιο βιαστικός μουσαφίρης». Το βρίσκω εξαιρετικά πυκνό στην αλήθεια του για αυτό και το αναφέρω συχνά στην κόρη μου , αλλά πλαγίως, ως λόγια της προγιαγιάς της. Όταν παντρεύτηκε και η μικρότερη κόρη της , χτίστηκε σιγά σιγά ένα σπίτι στο οποίο έμενε και η γιαγιά, αφού ο παππούς δεν ζούσε πια. Νομίζω ότι τα λίγα αυτά χρόνια που έζησε σε αυτό το σπίτι μεγαλώνοντας και δύο εγγόνες, ήταν τα ευτυχέστερα της ζωής της. Όλοι πηγαίναμε εκεί και την βλέπαμε. Εγώ μ’ έναν σκαραβαίο την γύριζα στις εξοχές , σχεδιάζοντας κάποτε και ένα ταξίδι στην Προύσα. Όμως στα τελευταία χρόνια έμελλε να μαυρίσουν και πάλι οι μέρες της με την αρρώστια και τον θάνατο της μικρότερης και αγαπημένης της κόρης, αλλά και το αναγκαστικό ξεσπίτωμα της σε γηροκομείο. Όποτε ανακαλώ στη μνήμη μου τη μορφή της , αναδύεται μέσα μου ένα αίσθημα οργής για την άδικη μοίρα και την αβάστακτη πίκρα που διαχέεται σε κάθε έκφανση της ανερμήνευτης ζωής , που τιμωρεί συχνά αγίους, σακατεύοντας μαζί και εκείνους που συμπάσχουν. Έχω σχεδόν μονίμως ένα αίσθημα τύψεων , γιατί αστόχησα να αποτρέψω , πολλά από εκείνα που φαρμάκωσαν τη ζωή της.Σωτήρης Σόρογκας

Πατέρας

Κείμενο για τον πατέρα

Έχουν αλλάξει όλα γύρω μας, έτσι ώστε γεγονότα που ζήσαμε στα νεανικά μας χρόνια να φαντάζουν τώρα σαν παραμύθια.
Ο αείμνηστος πατέρας μου γεννημένος το 1908 στην Κωστάνα- σήμερα Μηλέα- Θεσπρωτίας κατεχόμενη ακόμα τότε από τους Τούρκους , ήρθε στην Αθήνα γύρω στα 1920 για να εργαστεί σε κανένα φούρνο, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι πατριώτες του. Ήτανε πρωτότοκος της οικογένειας –δυο αδέρφια ακόμα και δύο δίδυμες αδερφές-και έπρεπε να επιβιώσουν, γιατί ήταν και ορφανά από πατέρα. Στο χωριό του πρωτοπήγα το 1981 ένα χρόνο πριν πεθάνει. Ωστόσο ήξερα τα πάντα γι΄αυτό από λεπτομερείς περιγραφές του με τις οποίες και μεγάλωσα. Αποφασίσαμε μια ολιγοήμερη εκδρομή-προσκύνημα , που του την είχα τάξει καιρό . Μαζί μας η μητέρα μου και ο μικρότερος αδερφός του με την θεία μου. Σε ένα φολκς βάγκεν σκαραβαίο, στριμωγμένοι και οι πέντε φτάσαμε το σούρουπο λίγο πριν το χωριό Βροσίνα, όπου στρίβει ο δρόμος σε ένα μικρό γεφυράκι για τα χωριά της Μουργκάνας. Θέλαμε ακόμα για να φθάσουμε κάπου είκοσι χιλιόμετρα . Το αυτοκίνητο χωρίς μετρητή βενζίνης, με ανάγκαζε να κοιτάζω τα χιλιόμετρα. Έπρεπε για σιγουριά σε τέτοια μέρη να προσέχω. Σταματάω λοιπόν στο τελευταίο βενζινάδικο, πριν την στροφή , με ανακούφιση. Ήταν στο χωριό Βουτσινάς. Ο βενζινάς κοιτώντας μια εμένα και μια έναν αστυφύλακα που για κακή μας τύχη ήταν εκεί, είπε ότι μπορούσε να βάζει βενζίνη μέχρι της επτά. Η ώρα ωστόσο ήταν δεν ήταν επτά και πέντε. Ο αστυφύλακας, βλοσυρός και χωρίς δίλλημα, είπε μόνο; «δεν γίνεται». Με ύφος παρακλητικό του εξήγησα, ότι έφερα στην πατρίδα τους δικούς μου, ότι είμαι – για να τον εντυπωσιάσω- επιμελητής στο Πολυτεχνείο , ότι θα νυχτώναμε έως ότου πάμε στα Γιάννενα σαράντα χιλιόμετρα όλο στροφές και άλλα τόσα στον γυρισμό. Τίποτα. Μείναμε όλοι άφωνοι από την αναλγησία του και το αναπάντεχο. Οχυρωμένος πίσω από τον « νόμο» που εκπροσωπούσε θυμάμαι πως έλαμπε από ικανοποίηση για την ισχύ του. Πήρα το όνομα και τον αριθμό του .
Κάθε χρόνο τα μεταφέρω στο ημερολόγιό μου εδώ και εικοσίπεντε χρόνια , μήπως κάποτε κανένας φίλος μου τύχει και γίνει υπουργός ή μεγάλος αστυνομικός και του αναφέρω το περιστατικό. Δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για αίσθημα αποκαταστάσεως του δικαίου, μορφή χρέους προς την μνήμη των δικών μου ή ευτελούς εκδικήσεως.
Κάποτε μου αφηγήθηκε και ένα περιστατικό από τον δικό του πατέρα σε πανηγύρι του χωριού τους. Ο καντηλανάφτης λίγο σαλός αλλά πράος και αγαθός γύριζε με τον δίσκο μαζεύοντας για την εκκλησία τον οβολό των πιστών. Κάποιος προφανώς «χάριν παιδειάς» του έριξε κάτω το δίσκο . Τότε ο παππούς μου τον πλησιάζει οργισμένος για την άνανδρη πράξη του και με ένα μόνο χτύπημα τον έριξε κάτω αναίσθητο ενώ η μάνα του έσκουζε: ‘Σωτήρη μου σκότωσες τον γιο» . Φαίνεται πως πρόκειται για την κληρονομικότητα μιας ιδιαίτερης αντιδράσεως στο άδικο γιατί και ο πατέρας μου έχανε την νηφαλιότητά του όταν πείραζαν κάποιον αδύνατο παιδί τα μεγαλύτερα ή κάποιον σακάτη. Στην επιστροφή απ΄τα Γιάννενα κατάκοπος έχασα και τον δρόμο μέσα στην νύχτα λίγο πριν το χωριό. Η ταλαιπωρία όλων είχε κορυφωθεί . όμως μόλις φθάσαμε ξεχαστήκανε όλα . Το πρωί έβλεπα επιτέλους το χωριό του πατέρα μου . Εκτός από το σπίτι του θείου που μας φιλοξένησε όλο και όλο το χωριό ήταν η εκκλησία, το σχολείο και ένα παντοπωλείο που η ταμπέλα του έγραφε : « Σόρογκας» το όνομα κάποιας γλυκιάς μακρινής θείας. Το υπόλοιπο χωριό με τους μαχαλάδες κρυμμένους στα γύρω δασωμένα λοφάκια δεν φαινότανε. Περπατήσαμε σε μια ανηφορική πλαγιά διασχίζοντας ένα ποταμάκι από πέτρα σε πέτρα.
Το μονοπάτι άφαντο από τα βάτα και τα κλαδιά των δένδρων . Αρκετά ψηλά φτάσαμε με κόπο στα ερείπια του σπιτιού . Σωροί από πέτρες και ρημαγμένα ξύλα που θαταν άλλοτε πορτούλες ή παράθυρα ανάμεσα σε άγρια δένδρα και σιωπή. Συγκινήθηκα. . Μέσα σε αυτό το έρημο τοπίο υπήρχε ακόμα η κληματαριά των αφηγήσεων του . ΄Ενα περίεργο σαπισμένο ξύλο μου θύμισε αμφίπλευρο εικόνισμα και το πήρα μαζί μου . Το έχω έκτοτε αναρτήσει σε λινό ‘άσπρο ύφασμα σε ένδειξη σεβασμού και λατρείας. Λίγο μακρύτερα είδαμε μια χορταριασμένη πηγή που έτρεχε ακόμα νερό. Ο πατέρας μου κρατούσε ένα μπουκάλι κόκκινο ντόπιο κρασί σχεδόν σαν ξύδι όταν το δοκίμασα και κάθε τόσο έπινε από λίγο . Ήταν φανερά συγκινημένος μεθυσμένος ίσως και σιωπηλός . Προσπαθούσε να μην φαίνεται όπως άλλωστε κι εγώ. Μου θύμισε πως αυτή ήταν η βρύση που είδε μικρός τις νεράιδες. Η ατμόσφαιρα ήταν αβάσταχτη . Νομίζω δεν χαιρετούσε τον τόπο του αλλά την ζωή.
Τον άλλο χρόνο πέθανε ξαφνικά και γω γνώρισα την ερημία του κόσμου πολλαπλώς. Την συντριβή της αξιοπρέπειας του ανθρώπου στην αθλιότητα των νοσοκομείων , την κτηνωδία της εμπορίας του πόνου, την αναλγησία των φίλων όταν έχεις ανάγκη.
Τώρα που πέρασε ο καιρός πιστεύω ότι ο πατέρας μου ήταν άνθρωπος ιδιαίτερα ευαίσθητος και με υψηλό δείκτη αγιοσύνης . Ήδη από την εφηβεία μου έτρεφα έναν βαθύτατο σεβασμό μαζί και θαυμασμό για το πώς κατόρθωσε με γραμματικές γνώσεις δημοτικού σχολείου να συγκροτήσει μια σεβάσμια προσωπικότητα ήπιων τόνων και διακριτικής σεμνότητας.. Ο λόγος του πειστικός αλλά και αυστηρός μαζί δεν χρειάστηκε ποτέ να υψωθεί ώστε να γίνει απειλητικός. Φυσικά ποτέ δεν χειροδίκησε. Θεωρούσε την περιφρούρηση της αξιοπρέπειας μέγιστη αρετή και συμπεραίνω ότι αυτό ήταν απόρροια ενός ήθους που δεν του επέτρεπε να ταπεινώσει τον άλλο έστω και για το «καλό του». Ήταν λοιπόν φυσικό να ενταχθεί κι αυτός στους «κοινωνικούς αγώνες» . Έγινε νωρίς μέλος ενός ημιπαράνομου «σωματείου» με την ονομασία Μόρφωση Οργάνωση με καθοδηγητή τον Νίκο Πλουμπίδη. Αργότερα έγινε και γραμματέας του σωματείου αρτεργατών . Είχε αφομοιώσει χωρίς καμιά αντίρρηση το σύνολο της αριστερής προπαγάνδας για μια μέλλουσα ανθρώπινη ζωή μέσα από σύγχρονους αγώνες ενάντια στην κεφαλαιοκρατία την στρατοκρατία και τους παπάδες που στηρίζουν όπως μου έλεγε το οικοδόμημα της αδικίας. Με τυφλή συμμόρφωση δεν πήγε να ψηφίσει το 1946 σε ένα από τα «λάθη» της ηγεσίας που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στα κατάστιχα της ασφάλειας ή έβαζε σταυρό στον υποψήφιο που υποδείκνυε το κόμμα αφού μόνο αυτό ήξερε τι έπρεπε να κάνει .
Έτσι κληρονόμησα κι εγώ αυτόν τον τυφλό δογματισμό με τις αφελείς σχηματοποιήσεις του σχεδόν μέχρι τα μέσα του ΄80. Καλοί άνθρωποι ήταν μόνο οι αριστεροί . Δίκαιοι , φιλάνθρωποι, φιλοπρόοδοι. Ωστόσο στην συνείδηση του πατέρα μου κατοικούσε κάτι εξόχως σημαντικό , απόρροια ίσως της καθοδήγησης αλλά οπωσδήποτε συναρτώμενο με την αγαθή του φύση. Έλεγε να μάθουν τα παιδιά γράμματα. Επίσης για την οικογένεια είχε ιδιαίτερη αγάπη. Δεν έπρεπε να κακομεταχειρίζεται την γυναίκα του γιατί κι αυτή εργάζεται στο σπίτι όπως αυτός. Δεν έπρεπε να παίζει στα χαρτιά το μεροκάματο γιατί αν κερδίσει θα το αφαιρέσει από τον φίλο του κι αν χάσει θα το στερήσει από την οικογένεια.
Το περιστατικό δε που θα επιχειρήσω να περιγράψω είναι μια εμπράγματη εκδοχή αυτής της ανθρώπινης συμπεριφοράς του απέναντι στην οικογένεια.
Πρέπει να ήταν γύρω στο ΄45 με ΄47 όταν θέλησε να αυξήσει τα έσοδα της οικογένειας. Γνώριζε αρκετά από την τέχνη των καλαντζήδων αφού ήταν βοηθός του πατέρα του στις περιηγήσεις τους στα χωριά της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Ήξερε να γανώνει τετζερέδες να φτιάχνει ποτιστήρια , κουβάδες μπρικάκια , μαστραπάδες και άλλα χρήσιμα σκεύη. Θυμάμαι ακριβώς πως τα έφτιαχνε.
Παραμονή λοιπόν της Αγία ς Αικατερίνης ο πατέρας ου με πήρε μαζί του στο εκκλησάκι κοντά στην πλατεία Διογένους στην Πλάκα. Όπως και σήμερα μικροπωλητές εκθέτουν κάθε είδους παιχνίδια στη γνωστή ατμόσφαιρα . Χάρτινα τοπάκια με λαστιχάκι, ξύλινες ροκάνες και πεταλούδες τσίγκινες πάνω σε ρόδες που καθώς γύριζαν σπρωγμένες από ένα στέλεχος στο χέρι του παιδιού ανοιγόκλειναν τα φτερά τους. Αγόρασε λοιπόν μια τέτοια πεταλούδα και μου αποκάλυψε ότι θα έφτιαχνε με την δική μου βοήθεια αρκετές σαν αυτές ώστε να τις πουλάμε κι εμείς στα πανηγύρια. Κάποιο επόμενο Σάββατο πρωί – πρωί με τρία τέσσερα τσουβάλια από αλεύρι πήγαμε πιο πέρα από το Μπραχάμι σε μια περιοχή που λεγότανε , Ασύρματος, όπου υπήρχε μια μεγάλη χωματερή πάνω στην οποία και ανάμεσα σε πατημένα σκουπίδια υπήρχαν παραπήγματα ή τσαντίρια με οικογένειες, Πιο πέρα τα σκουπίδια δεν ήταν πατημένα και μπορούσες να ξεχωρίσεις τα διάφορα είδη τους. Ο πατέρας μου σύστησε να ψάχνω μεγάλους τενεκέδες από κονσέρβες κάθε είδους . Με ένα ειδικό ψαλίδι τους έκοβε έτσι ώστε να πιάνουν λιγότερο χώρο μέσα στα τσουβάλια. Κατά το μεσημέρι πέρασε πολύ χαμηλά και πολλές φορές ένα μικρό αεροπλάνο που έριχνε υγρό από το οποίο σχεδόν είχαμε βραχεί. Θυμάμαι σαν να το έκανε επίτηδες περνούσε ακριβώς από πάνω μας. Ήτανε DDT. Ίσως να το έκανε κι αυτός, σαν τον αστυφύλακα, για το καλό μας. Γυρίσαμε κουρασμένοι και ζαλισμένοι αλλά με ελπίδες ότι η δουλειά ξεκίνησε. Για ρόδες έβγαζε τον πάτο από μικρές στρογγυλές κονσέρβες ενώ τα υπόλοιπα μέλη του παιχνιδιού ήταν πιστά αντίγραφα του αγορασμένου. Μου έφερε και λαδομπογιές «Βιβεχρώμ» και μου ζήτησε να βάψω τα φτερά. Ήταν η πρώτη συμμετοχή μου στην δουλειά γιατί αργότερα σε ίσια κομμένα τσιγκάκια σχεδίασε με συμμετρικό τρόπο και λοξά πυκνές τελίτσες τις οποίες έπρεπε εγώ σιγά σιγά να τρυπάω με ένα μεγάλο καρφί. Το τσιγκάκι το ακουμπούσα πάνω σε ένα πλατύ σανίδι . Στην συνέχεια το γύριζε εντέχνως και το τύλιγε σε ένα χοντρό σύρμα φτιάχνοντας ‘έναν τρίφτη για τυρί αφού το άνοιγμα στις τρυπίτσες δημιουργούσε αγκαθωτή έξοδο. Η τρίτη συμμετοχή μου στάθηκε αρκετά επώδυνη γιατί ο πατέρας μου θέλησε να αναλάβω εγώ την πώλησή τους. Θα ξεκινάγαμε από την λαϊκή αγορά του Αγίου Αρτεμίου κοντά στο σπίτι μας. Με τρόμαζε το ενδεχόμενο να με δει η δασκάλα μου να πουλώ παιχνίδια γιατί ήθελα να την παντρευτώ και θυμάμαι πως με απασχολούσε το πώς θα γίνει αυτό μια που ήμουνα ένα μικρό παιδί. Ωστόσο το δυσάρεστο ήρθε από αλλού . Πάνω σε μια κουρελού ήταν απλωμένα τα παιχνίδια και οι τρίφτες. Και σε ένα ρηχό καλάθι οι εφεδρείες. Ο πατέρας μου ήταν λίγο μακρύτερα και με πρόσεχε. Πούλησα αρκετά ίσως και τα μισά όταν κάποια κυρία διαμαρτυρόμενη έφερε πίσω την πεταλούδα λέγοντας πως ήταν χαλασμένη. Την έριξε μέσα στο καλάθι πήρε μια άλλη και έφυγε. Το σκηνικό επαναλήφθηκε με αποτέλεσμα μερικές μανάδες να ξαναπαίρνουν πίσω ήδη χαλασμένα από το καλάθι. Ήρθε ο πατέρας μου , τα μαζέψαμε και φύγαμε. Ήταν βαθύτατα θλιμμένος και σιωπηλός. Ήξερα κι άλλες αποτυχίες του, όταν στη κατοχή του έριξαν κάτω τον ταβά με τα κουλούρια στο Μοναστηράκι ή όταν αγόρασε ένα τσουβάλι σπανάκι να το πουλήσει λιανικώς μια μέρα που έβρεχε καταρρακτωδώς και εκείνος ζύγιζε στην αυλή το αναμμένο και σχεδόν άχρηστο εμπόρευμα. Πήγαινε και στον Υμηττό να κόψει ξύλα από τα χαράματα την ημέρα που δεν δούλευε στον φούρνο. Αργότερα μου έλεγε ότι έκοψε το τσιγάρο όταν διαπίστωσε ότι ο κόπος μιας ολόκληρης μέρας πληρώθηκε με δέκα χύμα τσιγάρα «Ματσάγγου» . Μέχρι το ΄82 που έφυγε από την ζωή δεν είχει χάσει την ελπίδα του στο πολυπόθητο όνειρο . Δεν πρόλαβε την λεηλασία των «συντρόφων» της αλλαγής , την είσοδο των Αλβανών με το κομουνιστικό ύφος του Εμβέρ Χότζα , σφάζοντας υπερήλικες για την επικήδεια σύνταξη ή τις εγγονές των αγωνιστών του Στάλιγκραντ να εκδίδονται για τον άρτον το επιούσιον ή για ένα στενό , κατά προτίμηση , αμερικάνικο μπλουτζίν.

Σωτήρης Σόρογκας